ακτινογραφία

[актинографиа] ουσ. Θ. снимок рентгена

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακτινογραφία" в других словарях:

  • ακτινογραφία — Ακτινοδιαγνωστικό μέσο, όπου απεικονίζονται σε φωτογραφικό φιλμ τα διάφορα όργανα του σώματος. Βλ. λ. ακτινολογία. * * * ή (Α ἀκτινογραφία) νεοελλ. 1. αποτύπωση φωτογραφικών εικόνων με τη βοήθεια τών ακτίνων Χ (Ραίντγκεν), ακτινογράφηση 2. η… …   Dictionary of Greek

  • ακτινογραφία — η η φωτογράφηση με ακτίνες Χ οργάνων ή μελών του σώματος: Έκαμα ακτινογραφία του στομαχιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγγειοκαρδιογραφία — Ακτινογραφία των κοιλοτήτων της καρδιάς και των αγγείων που ξεκινούν από αυτήν ή καταλήγουν σε αυτήν. Ο γιατρός περνά έναν καθετήρα από μια φλέβα του χεριού προκειμένου για τις δεξιές κοιλότητες ή από την αορτή προκειμένου για τις αριστερές. Με… …   Dictionary of Greek

  • ἀκτινογραφίη — ἀκτινογραφία treatise on radiation fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτινογραφώ — ( έω) 1. ενεργ. εκτελώ ακτινογραφία, υποβάλλω κάποιον σε ακτινογράφηση 2. παθ. υποβάλλομαι σε ακτινογράφηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακτινογραφία πρβλ. γαλλ. radiographier < radiographie, «ακτινογραφία». ΠΑΡ. νεοελλ. ακτινογράφημα, ακτινογράφηση] …   Dictionary of Greek

  • ακτινογραφικός — ή, ό [ακτινογραφία] αυτός που αναφέρεται ή ανήκει σε ακτινογραφία …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • κοιλιογραφία — η 1. ακτινογραφία τών κοιλιών τού εγκεφάλου μετά από ένεση, αφού γίνει ανάτρηση τού κρανίου και παρακέντηση, σκιαγραφικής ουσίας 2. ακτινογραφία τών κοιλιών τής καρδιάς μετά από ένεση σκιαγραφικής ουσίας με καθετηριασμό τού οργάνου. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • τηλεακτινογραφία — η, Ν ιατρ. ακτινογραφία κατά την οποία η απομάκρυνση τής πηγής τών ακτίνων από το προς ακτινογράφηση αντικείμενο επιτρέπει τη λήψη εικόνας σε πραγματικό μέγεθος, μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται συνήθως για τον προσδιορισμό τών πραγματικών… …   Dictionary of Greek

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.